Ο πρόεδρος των ΗΠΑ με το διάγγελμά του ξεκαθάρισε ουσιαστικά δύο πράγματα που λίγο-πολύ ήταν γνωστά εδώ και καιρό: πρώτον ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν ανάγκη το πετρέλαιο του κόλπου και δεύτερον ότι θα συνεχίσει τον πόλεμο με το Ιράν.
Το πρώτο είναι γνωστό εδώ και χρόνια καθώς οι ΗΠΑ εν αντιθέσει με δεκατίες πριν έχουν καταστεί η πρώτη χώρα παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου και έχουν στόχο να αυξησουν τις εξαγωγές τους κάτι που έκαναν με τον πόλεμο στην Ουκρανία, στοχεύοντας στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Έτσι και τώρα, εκμεταλλευόμενες την πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα επιχειρήσουν να αυξήσουν τις εξαγωγές κυρίως φυσικού αερίου στην ΕΕ καθώς το Κατάρ που ήταν ένας από τους μεγάλους προμυθευτές της Ευρώπης, έχει σταματήσει την εξόρυξη.
Το δεύτερο ήταν λίγο πολύ γνωστό διότι ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να βρουν στο πυρηνικό πρόγραμμα και ο Ντ. Τραμπ να έβαλε «νερό στο κρασί του» για την ηγεσία της χώρας, θεωρώντας ότι πλεον έχει αλλάξει, αλλά δεν υπάρχει καμία των περιπτώσεων να βρουν στο βαλιστικό πρόγραμμα, διότι η Τεχεράνη το θεωρεί ως «ασπίδα» απέναντι στο σουντικό Ισλάμ και το Ισραήλ. Ερωτηματικό αποτελεί και το τι μέλει γενέσθαι με τους proxi του Ιράν και κυρίως τη Χεζμπολάχ και τους Χούθι, διότι αποτελούν «αιχμή του δόρατος» για την Τεχαράνη. Παράλληλα αντίθετα με ό,τι μεταδίδουν τα διεθνή μέσα, κυρίως με πληροφορίες από τις ΗΠΑ, το Ιράν έχει μεγαλύτερα αποθέματα πυραύλων και drone από ό,τι είχαν εκτιμήσει και σε συνδυασμό με το γεωγραφικό του ανάγλυφο κάνει δυσκολότερη την εξουδετέρωση των ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων.
Ο Τραμπ επανέλαβε ότι η στρατηγική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή στοχεύει στη στήριξη των συμμάχων και όχι στην εκμετάλλευση φυσικών πόρων, ενώ έκανε αναφορά και σε άλλες στρατιωτικές δράσεις, όπως η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα.
Σε μια ομιλία περίπου 20 λεπτών, ο Τραμπ χαρακτήρισε την επίθεση των ΗΠΑ ως αντίποινα για σχεδόν μισό αιώνα βίας από το Ιράν και τους αντιπροσώπους του, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στο έθνος να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Επαίνεσε τη στρατιωτική πρόοδο που έχουν σημειώσει οι ΗΠΑ τις τελευταίες εβδομάδες, περιγράφοντας τις εβδομάδες των βομβαρδισμών ως «νίκες που λίγοι άνθρωποι έχουν ξαναδεί». Και ζήτησε υπομονή, αποκαλώντας τον πόλεμο «επένδυση» στο μέλλον των Αμερικανών.
«Θα τους πλήξουμε εξαιρετικά σκληρά κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ως τριών εβδομάδων. Θα τους γυρίσουμε πίσω στη λίθινη εποχή, όπου ανήκουν. Εν αναμονή, οι συνομιλίες συνεχίζονται», είπε ο ρεπουμπλικανός πρόεδρος στο διάγγελμά του. «Αν δεν κλειστεί συμφωνία, θα πλήξουμε καθέναν από τους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς τους πολύ σκληρά και πιθανόν ταυτόχρονα», απείλησε.
Πραγματικός στόχος η Κίνα
Ωστόσο μπορεί για το Ισραήλ το Ιράν να είναι ο κύριος αντίπαλος, αλλά για τις ΗΠΑ είναι η Κίνα, Ο Ντόναλντ Τραμπ από την πρώτη θητεία του είχε στοχοποιήσει το Πεκίνο με και στη δεύτερη προχωράει σε ακόμη πιο δραστικά μέτρα, επιχειρώντας να την περιορίσει: Διώρυγα Παναμά, Βενεζουέλα, Ιράν. Ειδικά το τελευταίο αποτελεί σημαντικό εταίρο του Πεκίνου, από όπου προμηθεύεται πολύ φθηνό πετρέλαιο για τη βιομηχανία της. Και αν η Ευρώπη έχει πληγεί από το «κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ», κινεζικά, ινδικά και άλλα τάνκερ περνούν κανονικά. Πραγματικό στόχο του Τραμπ δεν είναι να εξουθενώσει την Κίνα, αλλά να περιορίσει τις δυνατότήτες ανάπτυξής της, καθώς στις νέες τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική έχει ξεφύγει. Οι ΗΠΑ θέλουν να «χτυπήσουν» την Κίνα σε δύο τομείς που είναι κορυφαία: στο εμπόριο και στις πρώτες ύλες (πετρέλαιο).
Η Αφρική
Οι ΗΠΑ επιλέγουν να περιορίσουν την Κίνα στην ευρωπαϊκή και στην αμερικανική ήπειρο, αλλό όχι στην Αφρική όπου το Πεκίνο έχει εισέλθει μαζικά και πολλαπλούς τρόπους επιχειρεί να ελέγξει προς όφελος της οικονομίας της και της βιομηχανίας τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η Ουάσιγκτον έχει χάσει σημαντικό έδαφος στην Αφρική και με εξαίρεση τρεις-τέσσερις χώρες που αποτελούν παραδοσιακό σύμμαχο των ΗΠΑ όπως η Γκάνα και η Κένυα, οι υπόλοιπες σιγά-σιγά αλλά σταθερά απομακρύνονται από το «άρμα της Δύσης». Στην Αφρική έχει εισέλθει δυναμικά η Ρωσία, αλλά και η Τουρκία εκτός από την Κίνα, ενώ στο ανατολικό της τμήμα συμφεροντα έχουν οι αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής, η Ινδία και το Ισραήλ.





