Η συζήτηση γύρω από την υπόθεση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο επανέφερε στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: που τελειώνει η επίκληση του διεθνούς δικαίου και πού αρχίζει η κατάχρηση του ως πολιτικό άλλοθι;
Είναι εύκολο να καταγγέλλεται η παρέμβαση του «ισχυρού» ως αντιδημοκρατική. Είναι όμως εξίσου αναγκαίο να εξετάζεται αν αυτός που ανατρέπεται υπήρξε ποτέ πραγματικά δημοκρατικά νομιμοποιημένος.
Ο Μαδούρο δεν παραβίασε απλώς δημοκρατικούς κανόνες στη διακυβέρνηση του παραβίασε τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας: την ελεύθερη και αδιάβλητη εκλογή.

Όταν όλα τα exit polls τον κατέτασσαν σε ποσοστά κάτω του 30% και το τελικό αποτέλεσμα τον εμφάνισε νικητή με 51%, το ζήτημα δεν είναι πολιτική ερμηνεία αλλά ευθεία αλλοίωση της λαϊκής βούλησης. Η νοθεία δεν είναι εσωτερικό πολιτικό ζήτημα είναι θεσμικό έγκλημα με διεθνή διάσταση.

Αν αυτό δεν συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου, τότε πότε ακριβώς παραβιάζεται; Όταν κάποιος εκλέγεται μέσω αλλοίωσης του εκλογικού αποτελέσματος, κυβερνά με όρους αυταρχισμού, συνδέεται με δίκτυα εμπορίας όπλων και ναρκωτικών και φυλακίζει συστηματικά κάθε αντιφρονούντα, δεν μπορεί να επικαλείται ούτε δημοκρατία ούτε κυριαρχία. Η έννοια της δημοκρατίας δεν εξαντλείται στην τυπική διεξαγωγή εκλογών, αλλά προϋποθέτει διαφάνεια, λογοδοσία και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η υπεράσπιση τέτοιων καθεστώτων στο όνομα μιας στρεβλής «αντι-ιμπεριαλιστικής» ρητορικής δεν αποτελεί προάσπιση της δημοκρατίας, αλλά συνενοχή στην αποδόμησή της.
Δεν πρόκειται για σύγκρουση ισχυρών και αδυνάμων, αλλά για σύγκρουση θεσμών με αυθαιρεσία.

Γι’ αυτό σήμερα ο λόγος ανήκει σε ηγέτες που, ανεξαρτήτως πολιτικής κριτικής, έχουν λάβει σαφή δημοκρατική εντολή από τους πολίτες τους, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, και όχι σε καθεστώτα που χρησιμοποιούν τη δημοκρατία ως προσωπείο εξουσίας.
Προσωπικά, αυτή τη «δημοκρατία» της νοθείας, του φόβου και της καταστολής δεν τη θέλω και δεν οφείλουμε να τη νομιμοποιούμε σιωπώντας.
Νότα Παπαδοπούλου Μούτσιου
Δημοσιογράφος /Μέλος ΕΣΗΕΑ




