Η σημερινή δημόσια παρέμβαση του πρώην Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά έρχεται να λειτουργήσει ως πολιτικός καταλύτης σε μια ήδη τεταμένη πολιτική συγκυρία, λίγες μόλις ημέρες μετά την ολοκλήρωση του 16ου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας, ενός Συνεδρίου που για πολλούς δεν είχε ούτε τον παλμό, ούτε τη μαζικότητα, ούτε τη συναισθηματική και ιδεολογική συσπείρωση προηγούμενων ιστορικών συνεδρίων της παράταξης.
Μέσα σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, η απουσία των δύο πρώην Πρωθυπουργών και Προέδρων της Νέας Δημοκρατίας, του Αντώνη Σαμαρά και του Κώστα Καραμανλή, απέκτησε βαρύνουσα θεσμική και πολιτική σημασία. Δεν επρόκειτο απλώς για προσωπική επιλογή αποχής. Ήταν μια πράξη με σαφές πολιτικό αποτύπωμα, η οποία ερμηνεύεται απο σημαντικό μέρος της κομματικής βάσης ως ένδειξη βαθιάς διαφωνίας με τη σημερινή φυσιογνωμία της παράταξης.
Η σημερινή ομιλία του Αντώνη Σαμαρά στην Βουλή ήρθε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την αίσθηση.
Με αιχμηρές αναφορές περί μιας Ελλάδας που «μετατράπηκε σε φρενοκομείο», αλλά και με τη χαρακτηριστική αποστροφή προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι «είναι Πρωθυπουργός και όχι εξουσιαστής του κράτους», ο πρώην Πρωθυπουργός δεν άσκησε απλώς πολιτική κριτική. Επιχείρησε να θέσει στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα της Θεσμικής ισορροπίας, της Δημοκρατικής λειτουργίας και της διάκρισης μεταξύ Κυβερνητικής εξουσίας και Κρατικής κυριαρχίας.
Παράλληλα ο Αντώνης Σαμαράς μίλησε για «παράσταση αλαζονείας» του Πρωθυπουργού χρησιμοποιώντας την επίμαχη αναφορά του Πρωθυπουργού στο Συνέδριο για το ποιος… ”Πρωθυπουργός θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τα ξημερώματα στο Μέγαρο Μαξίμου.”«Θα επικαλεστώ μια πρόσφατη αναφορά του κ. Μητσοτάκη. Σε μια ακόμη παράσταση αλαζονείας, στο Συνέδριο του κόμματός του, διερωτήθηκε ρητορικά: “Ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3.00 τα ξημερώματα στο Μέγαρο Μαξίμου;”. Για την ακρίβεια, αντέγραψε μια παλιά διαφήμιση της Χίλαρι Κλίντον. Σύνηθες… Εννοούσε, δηλαδή, ότι είναι ο μόνος ικανός για Πρωθυπουργός της Ελλάδας, κανείς άλλος δεν συγκρίνεται μαζί του… Κι αναρωτιέμαι: κτύπησε το τηλέφωνό του για να του πουν ότι κάποιοι παρακολουθούσαν το μισό υπουργικό συμβούλιο, την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και τον Πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας, δηλαδή εμένα; Κι όταν του το είπαν, 3.00 το πρωί, τι έκανε;», αναρωτήθηκε ο Αντώνης Σαμαράς.
Ιδιαίτερη πολιτική αίσθηση προκάλεσε επίσης η εικόνα αποχώρησης σχεδόν του συνόλου της αντιπολίτευσης απο την αίθουσα, με μοναδική εξαίρεση την Πλεύση Ελευθερίας και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, γεγονός που σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως στους πολιτικούς κύκλους. Για πολλούς, η εικόνα αυτή αποτυπώνει το βαθύ έλλειμμα πολιτικής συνεννόησης αλλά και την έντονη πόλωση που κυριαρχεί πλέον στο πολιτικό σύστημα.
Ωστόσο, πίσω απο τις εντυπώσεις, αναδύεται ένα βαθύτερο και περισσότερο δομικό ζήτημα: η Κρίση Πολιτικής και Θεσμικής Εκπροσώπησης
Η Ελληνική κοινωνία, μετά από χρόνια οικονομικής κρίσης, μνημονίων, πανδημίας, υποθέσεων θεσμικής αμφισβήτησης και της εθνικής τραγωδίας των Τεμπών, εμφανίζεται να διεκδικεί πλέον κάτι περισσότερο απο κυβερνητική σταθερότητα. Διεκδικεί Λογοδοσία, Διαφάνεια, Δικαιοσύνη και πραγματική Δημοκρατική συμμετοχή. Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον φαίνεται να οικοδομούνται νέες πολιτικές δυναμικές.
Από τη μια πλευρά, η Μαρία Καρυστιανού εκφράζει ένα μεγάλο κοινωνικό ρεύμα που απαιτεί κάθαρση, πλήρη διερεύνηση ευθυνών και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη και τους Θεσμούς μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών.
Από την άλλη, η πιθανή επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα καταγράφεται ως προσπάθεια ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς και επαναδιαμόρφωσης ενός αντιπολιτευτικού πόλου σε μια μεταμνημονιακή πλέον εποχή.
Ταυτόχρονα, στον χώρο της κεντροδεξιάς, πληθαίνουν οι φωνές που θεωρούν ότι ο Αντώνης Σαμαράς εκφράζει πλέον όχι απλώς ένα «εσωκομματικό ρεύμα», αλλά ένα ευρύτερο αίτημα επιστροφής σε έννοιες όπως η εθνική κυριαρχία, η θεσμική σοβαρότητα, η ασφάλεια, η λαϊκή δεξιά και η πολιτική λογοδοσία. Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο αναδιάταξης του πολιτικού της χάρτη.
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά αποκλειστικά πρόσωπα ή κομματικούς συσχετισμούς. Αφορά την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη σχέση κράτους και πολίτη και το κατά πόσο οι θεσμοί μπορούν ακόμη να εμπνέουν εμπιστοσύνη.
«Η Δημοκρατία δοκιμάζεται όταν οι πολίτες σιωπούν»
Το μεγάλο στοίχημα της συμμετοχής απέναντι στην απογοήτευση και την πόλωση
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για το πολιτικό σύστημα να είναι μια: Να πείσει ξανά τους πολίτες ότι η συμμετοχή έχει αξία. Ότι η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με αδιαφορία, αποχή και παραίτηση.Ότι ο πολίτης δεν πρέπει να παραμένει θεατής απο τον καναπέ, αλλά ενεργός συμμέτοχος στη δημόσια ζωή.
Η σταδιακή απομάκρυνση της κοινωνίας απο την πολιτική διαδικασία δεν αποτελεί απλώς ένδειξη απογοήτευσης συνιστά βαθύ θεσμικό κίνδυνο για τη λειτουργία της ίδιας της Δημοκρατίας. Όταν οι πολίτες παύουν να συμμετέχουν ενεργά και κυριαρχεί η αίσθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει» , τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό εκπροσώπησης και εμπιστοσύνης.
Ειναι ενα κενό που δεν μένει ποτέ ακάλυπτο. Συχνά καταλαμβάνεται είτε απο την ακραία πόλωση, τον φανατισμό και την τοξικότητα του δημόσιου λόγου. Ενα κενό που γεμίζει επίσης κι απο την πλήρη απαξίωση των θεσμών, όπου η αμφισβήτηση μετατρέπεται σταδιακά σε συνολική απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Σε τέτοιες λοιπον συνθήκες, η κοινωνική συνοχή αποδυναμώνεται, ο δημόσιος διάλογος εκφυλίζεται και η εμπιστοσύνη προς τη Δημοκρατία δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε.
Αυτό που αποτελεί και το πιο κρίσιμο μήνυμα της παρούσας συγκυρίας ειναι ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο ως θεσμικό πλαίσιο, αλλά απαιτεί ενεργούς πολίτες, συμμετοχή, εγρήγορση και ουσιαστική πίστη πως η φωνή της κοινωνίας εξακολουθεί να έχει δύναμη και σημασία.





