Το ακροδεξιό κόμμα της, Εθνικός Συναγερμός (RN) αν και είχε επίγνωση του αυξημένου κινδύνου καταδίκης της, αρνήθηκε να εξετάσει σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο. Ως αποτέλεσμα, η απόφαση της 31ης Μαρτίου 2025 συνιστά σοβαρό πλήγμα τόσο για τη γαλλική Ακροδεξιά όσο και για το ίδιο το κόμμα, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει ξεκάθαρος διάδοχος για να αναλάβει τον ρόλο της υποψήφιας προέδρου, ενώ αναμένεται να έχει επιπτώσεις εντός και εκτός Γαλλίας.
Στο άμεσο μέλλον, πιθανότατα θα επιχειρήσει να παρουσιαστεί ως θύμα πολιτικής δίωξης, υιοθετώντας μια ρητορική παρόμοια με εκείνη αλά Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.
Όπως σημειώνει η Le Monde, η γαλλική Ακροδεξιά χάνει τη «φυσική» της υποψήφια για την προεδρία. Η Μαρίν Λεπέν ήταν υποψήφια στις εκλογές του 2012, του 2017 και του 2022, φτάνοντας δύο φορές στον δεύτερο γύρο για να χάσει τελικά από τον Εμανουέλ Μακρόν.
Η καταδίκη της, θεωρητικά, θα μπορούσε να ευνοήσει τον Ζαν Λικ Μελανσόν, ηγέτη της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI), ο οποίος δεν έχει κρύψει διαχρονικά τις προεδρικές του φιλοδοξίες.
Ωστόσο, ο πραγματικός του στόχος είναι η προεδρία.
Με το γαλλικό πολιτικό σκηνικό να αναδιαμορφώνεται, είναι αβέβαιο ποιος θα μπορούσε να σταθεί απέναντί του ως κεντρώος ή κεντροδεξιός αντίπαλος. Η αποχώρηση του Εμανουέλ Μακρόν, που δεν έχει δικαίωμα τρίτης θητείας, αφήνει ανοιχτό το ερώτημα για την επόμενη ηγεσία της κεντρώας Αναγέννησης την ώρα που το κόμμα του κινδυνεύει με διάσπαση, καθώς ο Μακρόν δεν φρόντισε να διασφαλίσει τη σταθερότητά του και οι πιθανοί διάδοχοί του είναι αρκετοί.
Ήδη, η Λεπέν και οι σύμμαχοί της χαρακτηρίζουν την απόφαση του δικαστηρίου «δημοκρατικό σκάνδαλο», δείχνοντας ότι δεν σκοπεύει να αποδεχθεί αμαχητί την καταδίκη της.
«Απόψε, εκατομμύρια Γάλλοι είναι εξοργισμένοι βλέποντας ότι στη Γαλλία, τη χώρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι δικαστές εφαρμόζουν πρακτικές που θεωρούνταν χαρακτηριστικές αυταρχικών καθεστώτων», δήλωσε η ίδια στο TF1.
Το πολιτικό σκηνικό γίνεται πιο χαοτικό
Η Λε Πεν παραμένει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και δημοφιλείς προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής. Το κόμμα της διαθέτει τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη και κατέλαβε την πρώτη θέση στις ευρωεκλογές του 2024.



Βραχυπρόθεσμα, η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν είναι αυτή που μπορεί να πληγεί περισσότερο.
Τις τελευταίες ημέρες, κορυφαία στελέχη της Εθνικού Συναγερμού απειλούσαν να την ανατρέψουν, επικαλούμενα την ενεργειακή πολιτική. Τώρα, ενδέχεται να προχωρήσουν σε πρόταση μομφής, κάτι που θα μπορούσε να επιτύχει εάν η Αριστερά συνταχθεί μαζί τους. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Φρανσουά Μπαϊρού στηρίζεται σε μια εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να την αποσταθεροποιήσει.
Η Λε Πεν μπορεί να ακολουθήσει το παράδειγμα του Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζοντας την καταδίκη της ως πολιτική δίωξη από την Αριστερά, ώστε να συσπειρώσει τη βάση της. Μάλιστα, ο σύμμαχος του Τραμπ, Έλον Μασκ, δήλωσε πως «όταν η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να κερδίσει δημοκρατικά, καταχράται το νομικό σύστημα για να φυλακίσει τους αντιπάλους της».
Αν και ο Εθνικός Συναγερμός έχει ρίζες στην ακροδεξιά, με στοιχεία ρατσισμού και αντισημιτισμού, η Λε Πεν έχει προσπαθήσει να την εξομαλύνει και να διευρύνει την εκλογική της απήχηση. Πάντα τόνιζε ότι σέβεται τους θεσμούς της Γαλλικής Δημοκρατίας, αλλά η καταδίκη της φέρνει νέα δεδομένα.
Ο ρόλος του Μπαρντελά
Ο Μπαρντελά, σε ανάρτησή του στο Χ (πρώην Twitter), χαρακτήρισε την καταδίκη της Λε Πεν «εκτέλεση της δημοκρατίας». Με το hashtag #IsupportMarine και έκκληση για «ειρηνική λαϊκή κινητοποίηση», ενισχύει τη θεωρία ότι η Λε Πεν θα υιοθετήσει μια επιθετική στάση απέναντι στη Δικαιοσύνη.
Ο Μπαρντελά θεωρείται ο διάδοχός της, αλλά πολλοί αμφιβάλλουν για την ικανότητά του να ενώσει το κόμμα και να σταθεί απέναντι σε παραδοσιακούς δεξιούς υποψηφίους όπως ο υπουργός Εσωτερικών Μπρινό Ρεταγιό και ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών, Ερίκ Σιοτί.
Παρότι οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Μπαρντελά συγκεντρώνει ποσοστά παρόμοια με εκείνα της Λε Πεν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027, υστερεί έναντι των κεντρώων υποψηφίων σε έναν πιθανό δεύτερο γύρο.
Τα τελευταία χρόνια, η γαλλική πολιτική σκηνή έχει διαμορφωθεί από τη συνεχή άνοδο της Λε Πεν, με τις ακροδεξιές θέσεις της για τη μετανάστευση και το Ισλάμ να γίνονται όλο και πιο κυρίαρχες. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικοί της αντίπαλοι ενώνουν δυνάμεις για να την κρατήσουν εκτός εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το χαοτικό τοπίο, ένα πράγμα είναι πλέον σχεδόν βέβαιο: ούτε ο Μακρόν ούτε η Λε Πεν, οι δύο πιο ισχυρές προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής, θα είναι υποψήφιοι στις εκλογές του 2027, καταλήγει το Politico.
Ακροδεξιά αναταραχή σε Γαλλία και Ευρώπη;
Ένα άλλο πολύ κρίσιμο σημείο είναι αν η καταδίκη της Λε Πεν θα αναζωπυρώσει την ακροδεξιά σε Γαλλία και Ευρώπη. Η δικαιοσύνη μπορεί να έδειξε πως δεν τρομάζει από τα υψηλά ποσοστά δημοσκοπήσεων και την δημοφιλία της ηγέτιδας της γαλλικής ακροδεξιάς αλλά εδώ ελλοχεύει μια πολιτική παγίδα: όσο περισσότερο πλασάρεται η Λε Πεν ως διωκόμενη, τόσο περισσότερο φανατίζει, τόσο το κοινό της – το σκληρό ακροδεξιό – συσπειρώνεται.
Η απουσία της Λε Πεν από την πολιτική σκηνή μπορεί, θεωτηρικά, να αποδυναμώσει τον Εθνικό Συναγερμό, ο οποίος έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά και το κόμμα μπορεί να δυσκολευτεί να διατηρήσει την επιρροή του σε εθνικό επίπεδο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Δεδομένου όμως της ανόδου της ακροδεξιάς σε κυβερνητικούς συνασπισμούς σε όλη την Γηραιά ήπειρο, η καταδίκη της Μαρίν Λε Πεν μπορεί εξίσου να συσπειρώσει τους υποστηρικτές της, πολώνοντας περαιτέρω την ΕΕ.
Ακόμα, ηγέτες όπως Τζόρτζια Μελόνι και Βίκτορ Όρμπαν μπορεί να αντιληφθούν την καταδίκη της ως ευκαιρία για διεκδικήσουν την πρωτοκαθεδρία στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.