Στο νέο του βιβλίο, No More Normal, ο Άλαστερ Σαντχάουζ θέτει στο επίκεντρο την ψυχιατρική, την ιστορία της, το παρόν και το μέλλον της.
Θυμάται μια εμπειρία από τη δεκαετία του 1980, όταν ήταν φοιτητής στο Ηνωμένο Βασίλειο και βοηθούσε στην παράδοση προμηθειών σε «αρνούμενους», δηλαδή σε σοβιετικούς πολίτες στους οποίους δεν είχε επιτραπεί να φύγουν από την ΕΣΣΔ.
Οι άνθρωποι αυτοί συχνά αντιμετώπιζαν σκληρή μεταχείριση, έχαναν τις δουλειές τους και γίνονταν στόχοι παρενόχλησης.
Ορισμένοι μάλιστα διαγνώστηκαν με μια ψυχιατρική πάθηση που ονομάζεται «υποτονική σχιζοφρένεια».
Η διάγνωση εισήλθε για πρώτη φορά στο λεξικό τη δεκαετία του 1930, και επινοήθηκε για να περιγράψει περιπτώσεις στις οποίες οι ενήλικες που κρίθηκε ότι έχουν σχιζοφρένεια δεν εμφάνιζαν κανένα σύμπτωμα στην παιδική ηλικία.
Αυτή η έννοια της διαταραχής χωρίς συμπτώματα έδωσε σοβιετικούς αξιωματούχους στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 ένα ισχυρό όπλο καθώς άρχισαν να τη χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν οποιονδήποτε εξέφραζε αντίθεσή στην κυβέρνηση ή δήλωνε πως επιθυμεί κοινωνική αλλαγή.
Αυτές οι δηλώσεις παρουσιάστηκαν ως σημάδια «ψευδαισθήσεων» και η επιθυμία για μια καλύτερη κοινωνία ή για μετανάστευση διαγνώστηκαν ως ψυχική ασθένεια.
Ωστόσο αυτή δεν ήταν η μόνη ούτε η πρώτη περίπτωση της χρήσης της ψυχιατρικής ως εργαλείο καταστολής.
Η γυναικεία υστερία
Για σχεδόν δύο αιώνες, διάφορες παθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της αγάπης για το γράψιμο, της μετατραυματικής διαταραχής, της κατάθλιψης και της υπογονιμότητας, χαρακτηρίζονταν συχνά ως «γυναικεία υστερία».
Ο όρος προήλθε από την Αρχαία Ελλάδα, όπου ο Ιπποκράτης και ο Πλάτωνας πίστευαν ότι η «περιπλανώμενη μήτρα» προκαλούσε μια σειρά από σωματικά και ψυχικά προβλήματα.
Μέχρι τον 18ο αιώνα, η διάγνωση έγινε κοινή.
Ο Γάλλος γιατρός Ζοζέφ Ραουλίν, το 1748, υποστήριξε ότι οι γυναίκες ήταν πιο επιρρεπείς στην υστερία λόγω της «τεμπέλικης και ευερέθιστης» φύσης τους. Ο Φρανσουά Μπουαζιέ ντε Σοβάζ ντε Λακρουά, τη δεκαετία του 1770, περιέγραψε την υστερία ως συναισθηματική αστάθεια.
Τον 19ο αιώνα, η υστερία συνέχισε να συζητείται ευρέως. Ο Αμερικανός γιατρός Σάιλας Γουίρ Μίτσελ προώθησε τη «θεραπεία ανάπαυσης» για τις γυναίκες, η οποία περιελάμβανε μεγάλες περιόδους ανάπαυσης στο κρεβάτι και αποφυγή σωματικής και πνευματικής δραστηριότητας.
Ο Σίγκμουντ Φρόιντ διερεύνησε επίσης την υστερία, και υποστήριζε πως η αιτία ήταν η απώλεια του μεταφορικού πέους της γυναίκας η οποία θεραπευόταν μόνο με το να παντρευτεί.
Η ιατρικοποίηση των συναισθηματικών και διανοητικών εκφράσεων των γυναικών συνέβαλε στην ενίσχυση μιας δυναμικής εξουσίας με βάση το φύλο, επιτρέποντας στην κοινωνία να απορρίπτει τον πολιτικό ακτιβισμό, τη δημιουργικότητα ή ακόμη και τις βασικές προσωπικές επιθυμίες των γυναικών ως σημάδια ψυχικής ασθένειας.
Πολιτική μονομανία
Μια πολύ γνωστή περίπτωση είναι αυτή του Κινέζου πολιτικού ακτιβιστή Γουάνγκ Γουαξίνγκ.
Το 1992γιόρτασε την τρίτη επέτειο των διαδηλώσεων υπέρ της δημοκρατίας στην πλατεία Τιενανμέν ξεδιπλώνοντας το δικό του πανό υπέρ της δημοκρατίας στο ίδιο σημείο όπου είχαν λάβει χώρα οι διαδηλώσεις.
Συνελήφθη αμέσως και αργότερα διαγνώστηκε με μια ψυχική ασθένεια που ονομάστηκε «πολιτική μονομανία», η οποία περιεγράφηκε ως «παράλογη αποτυχία να συμφωνήσει με το κράτος».
Στη συνέχεια ο Γουάνγκ εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική, όπου του χορηγήθηκαν βίαια φάρμακα και υποβλήθηκε σε θεραπείες όπως ο ηλεκτροφόρος βελονισμός.
Τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων της Αμερικής
Η χρήση της ψυχιατρικής για πολιτικούς σκοπούς δεν έλειπε φυσικά στη Δύση του 20ου αιώνα, ιδίως κατά τη διάρκεια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για παράδειγμα, το 1958, ο αφροαμερικάνος ακτιβιστής των πολιτικών δικαιωμάτων Κλένον Κινγκ Τζούνιορ συνελήφθη αφού προσπάθησε να εγγραφεί σε ένα αμιγώς λευκό Πανεπιστήμιο του Μισισιπή. Οι αρχές του Μισισιπή θεώρησαν ότι οι ενέργειές του ήταν τόσο έξω από τα κοινωνικά πρότυπα που τον διέγνωσαν ως ψυχικά άρρωστο.
Ο Μάλκολμ Χ, ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, διαγνώστηκε επίσης με ψυχική ασθένεια. Σύμφωνα με τα αρχεία του FBI, χαρακτηρίστηκε «προψυχωτικός παρανοϊκός σχιζοφρενής» λόγω του ακτιβισμού και των ομιλιών διαμαρτυρίας του.
Ο ενδυματολογικός κώδικας του Ιράν
Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα είναι εκείνο της Ιρανής Αχού Νταριεΐ το2024.
Η φοιτήτρια γδύθηκε έξω από Ισλαμικό Πανεπιστήμιο Αζάντ στην Τεχεράνη, μια πράξη που διαμαρτυρίας κατά του αυστηρού ισλαμικού ενδυματολογικού κώδικα της χώρας.
Ωστόσο οι αρχές δήλωσαν πως δεν επρόκειτο για πολιτική απειλή, αλλά για μία διαταραγμένη γυναίκα και στη συνέχεια διέταξαν να εισαχθεί σε ψυχιατρική κλινική.
«Λαμβάνοντας υπόψη ότι στάλθηκε στο νοσοκομείο και διαπιστώθηκε ότι ήταν άρρωστη, παραδόθηκε στην οικογένειά της… και δεν έχει ασκηθεί δικαστική δίωξη εναντίον της», δήλωσε ο εκπρόσωπος της δικαιοσύνης Ασγκάρ Τζαχανγκίρ σε συνέντευξη Τύπου.
Η ιρανική πρεσβεία στο Παρίσι ανέφερε σε δήλωσή ότι οι αρχικές ενδείξεις φανερώνουν ότι « η φοιτήτρια υπέφερε από οικογενειακά προβλήματα και μια εύθραυστη ψυχολογική κατάσταση».
Η κοινωνική διάσταση της ψυχιατρικής
Οι προβληματισμοί του Σάντχαουζ σχετικά με τις καταχρήσεις της ψυχιατρικής αναδεικνύουν ένα βαθύτερο ζήτημα: τους τρόπους με τους οποίους ο ορισμός της «φυσιολογικής» συμπεριφοράς διαμορφώθηκε από κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.
Η ψυχιατρική είναι ένας τομέας που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα πολιτισμικά πρότυπα για να ορίσει τι θεωρείται ψυχική διαταραχή.
Σε αντίθεση με τις σωματικές ασθένειες, οι οποίες συχνά έχουν σαφή, μετρήσιμα συμπτώματα, οι ψυχιατρικές διαταραχές διαγιγνώσκονται με βάση τα πρότυπα συμπεριφοράς και τις υποκειμενικές αναφορές των ασθενών.
Αυτή η ευελιξία αποτελεί ταυτόχρονα δύναμη και αδυναμία.
Από τη μία πλευρά, επιτρέπει στην ψυχιατρική να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται στα μεταβαλλόμενα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια.
Ωστόσο, η ευκαμψία των διαγνώσεων ανοίγει επίσης την πόρτα για κατάχρηση.
Όπως καταδεικνύει το βιβλίο του Σάντχαουζ, η ψυχιατρική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή της συμμόρφωσης και τη φίμωση της διαφωνίας.
Σε περιόδους κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής, η ψυχιατρική μπορεί να γίνει εργαλείο πολιτικής καταστολής, καθώς οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί προσπαθούν να ελέγξουν τα άτομα που αμφισβητούν το status quo.