Η επίσημη απάντηση του ΑΣΕΠ αποκαλύπτει ότι δεν έγινε έλεγχος γνησιότητας τίτλων σπουδών στη διαδικασία επιλογής του Προέδρου της ΕΡΤ – Στο επίκεντρο πλέον η πολιτική ευθύνη για την τελική τοποθέτηση

Σε μια υπόθεση που δεν αφορά απλώς μια τυπική διοικητική διαδικασία, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και της θεσμικής αξιοπιστίας στο Δημόσιο, έρχεται στο φως επίσημο έγγραφο του ΑΣΕΠ, το οποίο ανοίγει σοβαρό ζήτημα νομιμότητας στην επιλογή του Προέδρου της ΕΡΤ.

Το έγγραφο, που συνιστά την επίσημη απάντηση επί εμπρόθεσμης ένστασης συνυποψήφιας στη διαδικασία επιλογής, αποτυπώνει με σαφήνεια ότι η αρμόδια Επιτροπή Επιλογής Στελεχών του Δημοσίου του ΑΣΕΠ δεν διενήργησε κανέναν έλεγχο γνησιότητας των τίτλων σπουδών του τότε υποψηφίου και νυν Προέδρου της ΕΡΤ, παρότι ο σχετικός έλεγχος είχε ζητηθεί ρητώς και εμπροθέσμως.

Στο ίδιο πρακτικό αναφέρεται ότι υποβλήθηκε μια εμπρόθεσμη ένσταση αυτη της Π.Μ. την οποια εχει αποκλειστικά το NOTANEWS.GR και στην οποια  ζητήθηκε αυτεπάγγελτος έλεγχος γνησιότητας των πτυχίων και μεταπτυχιακών τίτλων του συνυποψηφίου και νυν Προέδρου της ΕΡΤ Ιωάννη Παπαδόπουλου .

Σύμφωνα με το επίσημο πρακτικό, η Επιτροπή του ΑΣΕΠ έκρινε ότι δεν είχε σχετική αρμοδιότητα, αντιμετωπίζοντας τον ρόλο του ΑΣΕΠ ως αποκλειστικά διαδικαστικό και περιορίζοντάς τον, ως προς τους δηλωθέντες τίτλους, σε καθαρά γνωμοδοτική αξιολόγηση, χωρίς καμία ουσιαστική επαλήθευση.

Το ίδιο το έγγραφο είναι αποκαλυπτικό: «ούτε από τον νόμο, ούτε από την Πρόσκληση ορίζεται υποχρέωση ή δυνατότητα της Επιτροπής να προβεί σε έλεγχο γνησιότητας των πτυχίων εν γένει των υποψηφίων», ενώ διευκρινίζεται ότι η αίτηση των υποψηφίων επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, ως προς την ακρίβεια των δηλωθέντων στοιχείων.

Η παραδοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δεν αφορά μια δευτερεύουσα διοικητική λεπτομέρεια, αλλά τη διαδικασία επιλογής του Προέδρου της ΕΡΤ, δηλαδή μιας θέσης κορυφής σε δημόσιο οργανισμό με ισχυρό θεσμικό αποτύπωμα.

Επισημαίνεται πως η ένσταση δεν ήταν ούτε αόριστη ούτε εκπρόθεσμη. Αντιθέτως, ήταν η μια και μοναδική εμπρόθεσμη ένσταση, με ρητό αίτημα να ελεγχθεί η γνησιότητα των τίτλων σπουδών του συνυποψηφίου και νυν Προέδρου της ΕΡΤ .

Παρα ταύτα, η Επιτροπή παρέλειψε να προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο γνησιότητας, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν το αίτημα της ένστασης και δηλώνοντας ότι οι αρμοδιότητές της εξαντλούνται στη γνωστοποίηση των δηλωθέντων στοιχείων, χωρίς να προβαίνει σε ουσιαστική διασταύρωση αυτών.

Με απλά λόγια, η διαδικασία δεν συνοδεύτηκε από καμία διοικητική επιβεβαίωση των τίτλων σπουδών μέσω των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αντιθέτως, η κρίση του ΑΣΕΠ στηρίχθηκε στην ίδια την αίτηση του υποψηφίου, την οποία το πρακτικό αντιμετωπίζει ως Υπεύθυνη Δήλωση. Παρά την ένσταση, παρά το αίτημα ελέγχου και παρά την πλήρη απουσία διασταύρωσης των τίτλων, ο υποψήφιος μπήκε στους τρεις επικρατέστερους και τελικά επιλέχθηκε για τη θέση του Προέδρου της ΕΡΤ.

Εδώ ακριβώς αρχίζει το κρίσιμο πολιτικό και θεσμικό σκέλος της υπόθεσης. Αν το ΑΣΕΠ, με βάση το ισχύον πλαίσιο, λειτουργεί στη συγκεκριμένη διαδικασία με γνωμοδοτικό χαρακτήρα και δεν προβαίνει ούτε στον στοιχειώδη έλεγχο γνησιότητας των τίτλων σπουδών, τότε το ερώτημα μεταφέρεται αυτομάτως στο τελικό αποφασίζον όργανο, δηλαδή στον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο και Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, ο οποίος προχώρησε στην τελική επιλογή.


Το ερώτημα που τίθεται είναι απολύτως συγκεκριμένο: στην διαδικασία τοποθέτησης του Προέδρου της ΕΡΤ, υπήρχε ή δεν υπήρχε στον διοικητικό φάκελο & η επίσημη βεβαίωση γνησιότητας τίτλων από τα αντίστοιχα πανεπιστήμια;

  • Αν υπάρχει, οφείλει να παρουσιαστεί απο τον κ. Μαρινάκη.
• Αν δεν υπάρχει, τότε η υπόθεση παύει να αφορά μια απλή διοικητική παράλειψη και μετατρέπεται σε                 επιλογή με ευθεία πολιτική ευθύνη.

Η υπόθεση δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ένστασης και της καταγγελίας ,πήρε σαφή πολιτική διάσταση, καθώς υπήρξε αφενός επίσημη καταγγελία προς τον Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο κ. Παύλο Μαρινάκη απο την συνυποψήφια που εχει υποβάλει την ένσταση, και αφετέρου κοινοβουλευτική ερώτηση προς τον κ. Μαρινάκη απο το κόμμα «Νίκη», μέσω της Βουλευτού Β1΄ Βορείου Τομέα Αθηνών Ασπασίας Κουρουπάκη.

Στην κοινοβουλευτική ερώτηση επισημαίνεται με σαφήνεια ότι η απάντηση της αρμόδιας Επιτροπής του ΑΣΕΠ δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, δηλαδή οτι ο ρόλος της ήταν γνωμοδοτικός και συνεπώς, δεν διενεργήθηκε κανένας ουσιαστικός έλεγχος νομιμότητας ή γνησιότητας των τίτλων σπουδών του νέου Προέδρου της ΕΡΤ.

Παράλληλα, η καταγγέλλουσα Π.Μ. και η Βουλευτής κα Κουρουπάκη καλούν ευθέως τον κ. Μαρινάκη να προσκομίσει εγγράφως την επίσημη βεβαίωση γνησιότητας από τα αρμόδια εκπαιδευτικά ιδρύματα για τους τίτλους σπουδών του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου, τον οποίο ο ίδιος επέλεξε και τοποθέτησε στη θέση του Προέδρου της ΕΡΤ.

Η ίδια ερώτηση υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 28 του Ν. 4305/2014, η διοίκηση κάθε δημόσιου φορέα οφείλει να προβαίνει σε έλεγχο γνησιότητας τίτλων πριν από την τοποθέτηση στελέχους, ενω επικαλείται και τη σχετική εγκύκλιο που ορίζει οτι η διαδικασία διορισμού δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς προηγούμενη διασταύρωση με τον εκδότη φορέα .

Παρα ταύτα, μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί καμία δημόσια απάντηση απο τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο
και αυτή η σιωπή δεν μπορεί πλέον να εκληφθεί ως τυπική καθυστέρηση ή αβλεψία.

Αντιθέτως, απέναντι σε ένα τόσο κρίσιμο θεσμικό ζήτημα ειναι προφανές οτι η παρατεταμένη απουσία απάντησης εκπέμπει εικόνα θεσμικής αμηχανίας και αδυναμίας να σταθμιστεί η πραγματική βαρύτητα μιας υπόθεσης που αγγίζει τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των θεσμών.


Διότι όταν τίθεται ευθέως θέμα ελέγχου γνησιότητας τίτλων σπουδών για την τοποθέτηση Προέδρου της ΕΡΤ, η σιωπή δεν αποφορτίζει την υπόθεση αντίθετα την επιβαρύνει.

Η συγκυρία προσδίδει στην υπόθεση ακόμη μεγαλύτερη θεσμική βαρύτητα και αυτό διότι η δημόσια συζήτηση βρίσκεται ήδη σε κατάσταση αυξημένης ευαισθησίας ως προς τα δηλούμενα και τα πραγματικά τυπικά προσόντα προσώπων που καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης ή επιδιώκουν να τοποθετηθούν σε αυτές.

Με φόντο την επικαιρότητα και τη δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση Λαζαρίδη, όπου το πολιτικό ζήτημα αφορά το εάν τίτλος σπουδών από ΙΕΚ παρουσιάστηκε με τρόπο που δημιουργεί ζήτημα ουσιαστικής αντιστοιχίας με πανεπιστημιακό τίτλο, η υπόθεση του Προέδρου της ΕΡΤ αποκτά ακόμη σοβαρότερη διάσταση.

Διότι εδώ δεν τίθεται μόνο ζήτημα ορθής ή εσφαλμένης παρουσίασης τίτλου. Τίθεται, σύμφωνα με το ίδιο το έγγραφο του ΑΣΕΠ, ζήτημα πλήρους απουσίας ελέγχου γνησιότητας των τίτλων σπουδών.

Με άλλα λόγια, ενώ στην υπόθεση Λαζαρίδη η πολιτική αντιπαράθεση περιστρέφεται γύρω από το πώς παρουσιάστηκε ένας τίτλος, στην περίπτωση της ΕΡΤ εγείρεται ένα ακόμη πιο θεμελιώδες ερώτημα: έγινε ή δεν έγινε ο στοιχειώδης έλεγχος γνησιότητας από τα αρμόδια εκπαιδευτικά ιδρύματα πριν από την τελική τοποθέτηση;

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η υπόθεση υπερβαίνει τα όρια μιας προσωπικής αντιδικίας μεταξύ συνυποψηφίων. Εφόσον δεν πρόκειται απλώς για μια ένσταση που απορρίφθηκε αλλά πρόκειται για ένα επίσημο έγγραφο που αποτυπώνει έναν πιθανό μηχανισμό θεσμικής αποδυνάμωσης στην επιλογή στελεχών για κρίσιμες δημόσιες θέσεις.

Απέναντι σε αυτή την αποκάλυψη, ο αρμόδιος πολιτικός προϊστάμενος επιλέγει τη σιωπή, αντί να απαντήσει ευθέως εάν διενεργήθηκε από την ΕΡΤ ο απαιτούμενος έλεγχος και να προσκομίσει την αντίστοιχη επίσημη βεβαίωση γνησιότητας από τα αρμόδια Πανεπιστήμια.

Όσο, όμως, δεν υπάρχει καμία απάντηση, τα ερωτήματα παραμένουν ανοικτά και η αξιοπιστία δεν πλήττεται μόνο σε επίπεδο διαδικασίας, αλλά αγγίζει ευθέως τους ίδιους τους θεσμούς, την πολιτική λειτουργία και τελικά το ίδιο το κράτος δικαίου.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι τυπικό ούτε διαδικαστικό είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Σε ένα κράτος δικαίου, η αξιοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί ως διακοσμητική λέξη και η διαφάνεια δεν μπορεί να σωπαίνει στην λογοδοσία. Σε μια τόσο κρίσιμη θέση στο Δημόσιο όπως είναι η θέση του Προέδρου της ΕΡΤ, οταν δεν έχει ξεκαθαριστεί αν ελέγχθηκαν ή όχι τα στοιχειώδη τυπικά προσόντα της πρόσληψης , τότε το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη νομιμότητα μιας επιλογής αλλά αγγίζει ευθέως την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών.

Διότι η θεσμική νομιμοποίηση δεν εξαντλείται στην τήρηση του τύπου, αλλά κρίνεται στην ουσία, την επαλήθευση και τη λογοδοσία και όταν αυτα εκλείπουν, τότε δεν πρόκειται για μια απλή πλημμέλεια της διαδικασίας, αλλά για πραγματική Θεσμική ρωγμή με σαφή Πολιτική σκιά…

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Διαβάστε τα σχετικά έγγραφα:

 

 

Leave A Reply

📧 Κάντε εγγραφή με email για άμεση ενημέρωση από το Notanews.gr

X